Ο αναρχικός κομμουνισμός της μαζικής γραμμής

Ο Βουλγάρικος Αναρχισμός στα όπλα

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο αναρχισμός ήταν ήδη περιχαρακωμένος ως μαζικό κίνημα στην Τσεχοσλοβακία, την Ουγγαρία και την Πολωνία – αν και αναρχικοί είχαν ήδη δραστηριοποιηθεί στις εξεγέρσεις του 1873 στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη εναντίον της Αυστρο-ουγγρικής κυριαρχίας. Αλλά ήταν πρωταρχικά στη Βουλγαρία και στη γειτονική της Μακεδονία που εμφανίστηκε μια αξιοσημείωτη βάση αναρχικής οργάνωσης, εν μέσω των “παιχνιδιών” μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Αυτό το κίνημα, το οποίο έχει ελάχιστα (ή και καθόλου) ερευνηθεί και αξιολογηθεί μέχρι σήμερα, όχι μόνο αναμείχθηκε σε αιματηρούς εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες και ένοπλη αντίσταση ενάντια στο φασισμό και το σταλινισμό, αλλά ανέπτυξε ένα αξιοσημείωτο πολυποίκιλο και ανθεκτικό μαζικό κίνημα, το οποίο υιοθέτησε την πολυσυζητημένη “Πλατφόρμα” των εξόριστων στο Παρίσι (2) Ουκρανών μαχνοβιτών που την τράβηξε ως μαγνήτης. Για τους λόγους αυτούς, είναι ζωτικής σημασίας το αναγεννημένο αναρχικό κομμουνιστικό κίνημα της νέας χιλιετίας να επανεξετάσει (ή να ανακαλύψει) την κληρονομιά των Βαλκανίων.

Το κείμενο που ακολουθεί, και το οποίο αρχίζει από το 1919, είναι μέρος αποσπάσματος από τη δίτομη εργασία για τον αναρχισμό και συνδικαλισμό, με τίτλο “Αντι-εξουσία”, γραμμένο από τον Lucien van der Walt και μένα, μια παγκόσμια ιστορία και θεωρία του κινήματος, η οποία αναμένεται να εκδοθεί σε μορφή βιβλίου από την ΑΚPress στις ΗΠΑ το 2008.

Η Ομοσπονδία Αναρχικών Κομμουνιστών Βουλγαρίας (FAKB)

Στο θερμό χρόνο του 1919, στο αποκορύφωμα της παγκόσμιας εργατικής εξέγερσης ενάντια στον καπιταλισμό, οι Βούλγαροι αναρχοσυνδικαλιστές (οι πρώτες ομάδες των οποίων σχηματίστηκαν το 1910) καθώς και ο πυρήνας της παλαιάς Μακεδονικής Βουλγαρικής Αναρχικής Ομοσπονδίας (οργάνωση η οποία ιδρύθηκε το 1909) απηύθυνε έκκληση για επανοργάνωση του κινήματος.

Ως αποτέλεσμα, η Ομοσπονδία Αναρχικών Κομμουνιστών Βουλγαρίας (FAKB) ιδρύθηκε σε ένα συνέδριο τις εργασίες του οποίου άνοιξε ο αναρχικός αντάρτης Mikhail Gerdzhikov (1877-1947), ο οποίος ήταν από τους ιδρυτές της Μακεδονικής Παράνομης Επαναστατικής Επιτροπής (MTRK) το 1898 και διοικητής της ένοπλης πτέρυγάς της κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Ίλιντεν το 1903 (γνωστής ως Μακεδονικής Εξέγερσης). Οι δυνάμεις του, που αριθμούσαν περίπου 2.000 άσχημα εξοπλισμένους άνδρες, κατάφεραν να νικήσουν το τουρκικό στράτευμα των 10.000 και καλά εξοπλισμένων στρατιωτών, απελευθερώνοντας μια μεγάλη περιοχή στα βουνά Στράντζα της Θράκης με κέντρο την Κομμούνα του Τσέρεβο (ή Βασιλικό) – μια εξέγερση που ήταν από τους σημαντικούς παράγοντες της πτώσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Το ιδρυτικό συνέδριο της FAKB παρακολούθησαν 150 εκπρόσωποι αναρχικών ομάδων, αλλά όχι αυτών που ήσαν παράνομες. Η FAKB οργανώθηκε με τη μορφή παράνομης (υπόγειας) Ομοσπονδίας, αποτελούμενης από τέσσερις περιφερειακές αναρχικές κομμουνιστικές ενώσεις οι οποίες με τη σειρά τους διαιρούνταν σε ομάδες μελέτης, συνδικαλιστικές ομάδες και ομάδες κρούσης. Μέλος της οργάνωσης γινόταν κάποιος που ήταν ήδη δραστήριος αναρχικός.

Η δημόσια δραστηριότητα της Ομοσπονδίας περιελάμβανε προπαγανδιστικές περιοδείες σε όλες σχεδόν τις πόλεις και τα χωριά.

Η FAKB σταμάτησε την έκδοση τη εφημερίδας “Rabotnicheska Misl” (“Εργατική Σκέψη”) και υιοθέτησε ως εκφραστικό της όργανο την “Probuda” (“Αφύπνιση” ή “Ξύπνημα”) που κυκλοφορούσε ήδη από τον Gerdzhikov, ενώ αποφασίστηκε ότι κάθε ομάδα ή οργάνωση-μέλος της μπορούσε να έχει το δικό της όργανο.

Σύμφωνα με τον Grancharoff: “Ο αναρχισμός κατάφερε να γίνει ένα λαϊκό κίνημα και εισχώρησε σε αρκετά κοινωνικά στρώματα, από τους εργάτες, τη νεολαία και τους φοιτητές μέχρι τους δασκάλους και τους δημόσιους υπαλλήλους. Οι υπόγειες παράνομες δραστηριότητες του κινήματος συνεχίστηκαν”.

Έτσι, η FAKB βοήθησε στην ίδρυση και εργάστηκε μέσα σε αυτές, ανάμεσα σε άλλες, οργανώσεις όπως η Βουλγάρικη Ομοσπονδία Αναρχικών Φοιτητών (BONSF) καθώς και ομοσπονδίες αναρχικών καλλιτεχνών, συγγραφέων, διανοουμένων, γιατρών και μηχανικών, αλλά και την Ομοσπονδία Αναρχικής Νεολαίας (FAM), η οποία είχε παραρτήματα σε πόλεις και χωριά και όλα τα μεγάλα σχολεία. Έτσι βλέπουμε ότι η FAKB αποτελείτο από συνδικαλιστές, ένοπλους αντάρτες, τμήματα επαγγελματιών και νεολαία, αποκτώντας δηλαδή πολυποίκιλο χαρακτήρα στη βουλγάρικη κοινωνία.

Κατά τη διάρκεια της απεργίας στα μέσα συγκοινωνίας του 1919-1920, οι αναρχικοί σχεδίαζαν να οπλίσουν τους εργαζόμενους, αλλά η απεργία προδόθηκε από τα αριστερά πολιτικά κόμματα και συντρίφτηκε άγρια, ενώ απαγορεύτηκε και η κυκλοφορία της “Probuda”.

Ένας από τους πλέον δραστήριους αγωνιστές της FAKB ήταν ο Georgi Sheytanov (1896-1925) (3) – που αναφέρεται ως Sheitanoff από τον Grancharoff – ο οποίος καταγόταν από την πόλη Γιαμπόλ, στην ανατολική Βουλγαρία, έγινε αναρχικός στην εφηβική του ηλικία και αναγκάστηκε να καταφύγει εξόριστος στη Γαλλία σε ηλικία 17 χρόνων μετά την απόδρασή του από τη φυλακή όπου κρατείτο επειδή πυρπόλησε το τοπικό δικαστήριο με όλα τα αρχεία και τους φακέλους. Ο Sheytanov επέστρεψε στη Βουλγαρία για να οργανώσει την παράνομη δουλειά το 1914, συνελήφθη εκ νέου και βασανίστηκε, αλλά απέδρασε ξανά και ταξίδεψε στη Μόσχα όπου έγινε μάρτυρας της Επανάστασης του 1917. Επέστρεψε στη Βουλγαρία το 1918, αφού πρώτα κατάφερε να αποφύγει την εκτέλεσή του από τους λευκοφρουρούς στην Ουκρανία. Στη Βουλγαρία, ο Sheytanov αναμείχθηκε ξανά στο αναρχικό κίνημα και δημοσίευσε την περίφημη “Έκκληση προς τους Αναρχικούς” καθώς και το “Μανιφέστο προς τους Επαναστάτες”, μια αναρχική κριτική του μπολσεβικισμού.

Το 1920, η σοσιαλδημοκρατική Βουλγαρική Αγροτική Ένωση (BZS) υπό την ηγεσία του Αλεξάντερ Σταμπολίσκι έγινε η πρώτη σοσιαλιστική κυβέρνηση της Βουλγαρίας, ως μέρος της συνταγματικής μοναρχίας του τσάρου Μπόρις Γ’, δημιουργώντας προϋποθέσεις για εκτεταμένη μαζική λαϊκή δράση. Αλλά όπως και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και οι φρουρές του Νόσκε στη Γερμανία, η BZS συγκρότησε την “Πορτοκαλί Φρουρά” ως απεργοσπαστική δύναμη.

Την ίδια περίοδο, ανασυγκροτήθηκε και η βουλγαρόφιλη δεξιά πτέρυγα της εθνικιστικής Εσωτερικής Επαναστατικής Οργάνωσης Μακεδονίας (VMRO) και άρχισε να προπαγανδίζει την επιστροφή της Μακεδονίας στη Βουλγαρία.

Το Βουλγάρικο Κομμουνιστικό Κόμμα (BKP), το οποίο συγκροτήθηκε από τη σοσιαλδημοκρατική φράξια Tesni που κινείτο προς τις θέσεις των μπολσεβίκων, άρχισε επίσης να αναπτύσσεται, για να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα κόμματα στην Ευρώπη, αλλά εξακολουθούσε να αναπτύσσει ρεφορμιστικές τακτικές ενώ συμμετείχε και στο Κοινοβούλιο.

Όταν απαγορεύτηκε η “Probuda”, αντικαταστάθηκε από το όργανο της FAKB τον “Αναρχικό” που εκδιδόταν στην πόλη Kyustendil, νοτιοδυτικά της Σόφιας. Στο μεταξύ, ο Sheytanov κυκλοφόρησε την “Εξέγερση” παράνομα, ενώ επανεμφανίστηκε και η “Rabotnicheska Misl”, αρχικά ως περιοδικό. Αλλά μετά μετονομάστηκε και πήρε το όνομα της παλαιάς εφημερίδας του Gerdzhikov “Svobodno Obshtestvo” (“Ελεύθερη Κοινωνία”).

Το 1921 σε ηλικία 15 χρόνων, ένας άλλος σημαντικός αγωνιστής, ο Georgi Grigoriev (1906-1996) (4) έγινε μέλος της FAKB. Αρκετά χρόνια αργότερα θα γράψει την επίσημη ιστορία αυτού που ονομαζόταν Μακεδονική Εξέγερση (5) με το ψευδώνυμο Georges Balkanski.

Το φασιστικό πραξικόπημα του 1923 και τα επακόλουθά του

Τον Γενάρη του 1923, η FAKB συγκάλεσε το 5ο Ετήσιο Συνέδριό της – που ήταν το πρώτο νόμιμο, αν και ακόμα παράνομη – στην πλατεία του Γιαμπόλ, στο οποίο συμμετείχαν 104 εκπρόσωποι και 350 παρατηρητές από 89 οργανώσεις, σύμφωνα με τον Grancharoff. Η ημερήσια διάταξη περιελάμβανε τη συζήτηση της εσωτερικής και εξωτερικής κατάστασης, το ζήτημα της οργάνωσης, την αγροτιά, το διεθνισμό, τη μεταβατική περίοδο, τη δικτατορία του προλεταριάτου, την προπαγάνδα, τις κολεκτίβες και το συνδικαλισμό. Οι εκπρόσωποι ανέφεραν ότι η εργατική τάξη στο Γιαμπόλ, στο Kyustendil, το Ραντομίρ (δυτικά της Σόφιας), το κεντρικό χωριό Νόβα Ζαγόρα, την πόλη Χάσκοβο στο νότο, το Κιλιφάρεβο και το Ντελέμπετς, ήταν σχεδόν όλη συνδεδεμένη με το αναρχικό κίνημα και ότι μεγάλοι πρόοδοι γίνονταν στη Σόφια, στην πόλη Πλόβντιβ στο νότο, στο λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας Μπουργκάς, στη Ρούσσε και άλλα κέντρα της χώρας.

Το δημόσιο συνέδριο στο Γιαμπόλ ήταν τόσο εντυπωσιακό που η κυκλοφορία των αναρχικών εφημερίδων ανέβηκε κατακόρυφα. Αλλά η δημοτικότητα αυτή βρισκόταν πάντα στο στόχαστρο της αντίδρασης που σχεδίασε πραξικόπημα και έπεισε την κυβέρνηση της BZS να ψηφίσει έναν “αντιληστρικό” νόμο που στόχευε κατευθείαν στους αναρχικούς.

Τον Μάρτη του 1923 ο Σταμπολίκσι υπέγραψε Σύμφωνο με τη Γιουγκοσλαβία αναγνωρίζοντας τα νέα σύνορα και συμφωνώντας να καταστείλει την VMRO. Στις 26 Μάρτη μια αναρχική διαδήλωση στο Γιαμπόλ ενάντια στον αφοπλισμό του λαού κάτω από τον “αντιληστρικό” νόμο προσέφερε στην ακροδεξιά τη δικαιολογία για το μακελειό που θα ακολουθούσε. Σύμφωνα με τον Grancharoff, ο στρατιωτικός διοικητής της πόλης αυτής απαγόρευσε τις αναρχικές συγκεντρώσεις και έστειλε στρατεύματα στην κεντρική πλατεία, αλλά ένας αναρχικός αγκιτάτορας στάθηκε μπροστά τους και άρχισε να αγορεύει. Ο στρατός άνοιξε πυρ και ο ομιλητής και αρκετοί άλλοι τραυματίστηκαν.

Ξέσπασε τότε μια άγρια μάχη ανάμεσα στους αναρχικούς και το στρατό που κράτησε επί δίωρο και έληξε μόνο όταν ο στρατιωτικός διοικητής της πόλης έφερε ενισχύσεις πυροβολικού από μια γειτονική πόλη. Ο στρατός αιχμαλώτισε 26 αναρχικούς που εκτελέστηκαν την ίδια νύχτα στο στρατόπεδο της πόλης. Γύρω στους 30 με 40 αναρχικούς, μαζί με τον σημαντικό οργανωτή Τοντόρ Ντάρζεφ, σκοτώθηκαν στη μάχη. Αλλά από τους 26, ο φοιτητής Ομπρετένοφ τραυματίστηκε, προσποιήθηκε τον νεκρό και κατάφερε να διαφύγει σιγά-σιγά, ειδοποιώντας άλλους.

Το επόμενο πρωί ο στρατός επιτέθηκε σε όλα τα αναρχικά κέντρα της Σόφιας και συνέλαβε όσους βρέθηκαν εκεί.

Στις 9 Ιούνη, σε μια εθνικιστική αντίδραση στο Βουλγαρο-γιουγκοσλαβικό Σύμφωνο, φασίστες αξιωματικοί που ανήκαν στην Στρατιωτική Ένωση και υποστηρίζονταν από τον τσάρο και τη VMRO, έκαναν πραξικόπημα ενάντια στην κυβέρνηση της BZS και σκότωσαν τον Σταμπολίκσι. Στο Κιλιφάρεβο οι αναρχικοί με τους κομμουνιστές και τους αγροτιστές απέκρουσαν από κοινού επιθέσεις του στρατού επί αρκετές μέρες και κατέλαβαν για λίγο την πόλη Ντρένοβο και αρκετές άλλες πόλεις στους πρόποδες των βουνών.

Η νέα κυβέρνηση ήταν ένας συνασπισμός ακροδεξιών δυνάμεων που υποστηριζόταν από το Narodrisak, κόμμα του μεγάλου κεφαλαίου, με αρχηγό τον περιβόητο φασίστα καθηγητή Αλεξάντρ Τσάνκοφ, ο οποίος έδωσε στην ακροδεξιά πτέρυγα της VMRO τον πλήρη έλεγχο του βουλγάρικου τμήματος της Μακεδονίας (η αριστερή πτέρυγα της VMRO που είχε διαλυθεί την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ανασυγκροτήθηκε στη Βιέννη το 1926 ως Ενωμένη VMRO, αλλά χωρίς πλέον αναρχικούς στους κόλπους της, κινούνταν ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα Βουλγαρίας και Ελλάδας).

Ο Grancharoff γράφει ότι “η χώρα μεταβλήθηκε σε σφαγείο”, με ίσως 30.000-35.000 εργάτες και αγρότες δολοφονημένους από τις ακροδεξιές δυνάμεις στο διάστημα 1923-1931 – κάτι ανάλογο με την περίοδο της δικτατορίας του Γκατλιέρι στην Αργεντινή. Τα κινήματα των αναρχικών, των κομμουνιστών και των αγροτών αναγκάστηκαν να περάσουν στην παρανομία και σημαντικοί αναρχικοί αγωνιστές, όπως ο Νικόλα Ντράγκνεφ, συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Μερικοί αναρχικοί κατέφυγαν στην εξορία, όπου άρχισαν την κυκλοφορία της “Rabotnicheska Misl” στο Σικάγο. Άλλοι συγκρότησαν μάχιμα αποσπάσματα γνωστά ως cheti και αναμείχθηκαν σε κάποιες προσπάθειες απόπειρας εξέγερσης με μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος το 1923, αλλά και σε μια αναπόφευκτη αντάρτικη δράση.
Ο Grancharoff λέει ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα αρχικά δεν πήρε μέρος στον αγώνα ενάντια στον φασισμό, υιοθετώντας τη γραμμή ότι ήταν ο αγώνας “ανάμεσα σε δύο μπουρζουαζίες” –το λαό και το κράτος! Παρακινημένο από τη Μόσχα, το Κόμμα άρχισε την εξέγερση, αλλά επειδή προσπάθησε να υποκαταστήσει τη μαζική δράση οι προσπάθειές του αποδείχθηκαν αποτυχημένες.

Το 1923, ο Sheytanov κυκλοφόρησε την παράνομη εφημερίδα “Protest” και αργότερα, το 1924, κατάφερε να κυκλοφορήσει μια νόμιμη εφημερίδα την “Zov” (“Το Κάλεσμα”), η οποία έγινε δημοφιλής στους ακαδημαϊκούς κύκλους, ενώ την ίδια περίοδο ο ίδιος κυκλοφορούσε και την παράνομη “Acratia”.

Το Ενωμένο Μέτωπο και η αντάρτικη δράση

Πιστεύοντας ότι ήταν η σωστή στιγμή να ενώσει τη βάση των εργατών ενάντια στο φασισμό, ο Sheytanov απέκτησε επαφές με τους κομμουνιστές, τους αριστερούς αγροτιστές και τους Μακεδόνες φεντεραλιστές, όπως ο Τοντόρ Πανίτσα, κυκλοφορώντας τη “λογοτεχνική” επιθεώρηση ”Plamlak” (“Η Φλόγα”) για να προωθήσει την ιδέα αυτή. Αλλά όταν ιδρύθηκε το Ενωμένο Μέτωπο μετά από ντιρεκτίβες της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής), το αναρχικό κίνημα – που κατευθυνόταν από την FAKB – το χαρακτήρισε εξουσιαστικό και αρνήθηκε να πάρει μέρος. Ο Grancharoff παραθέτει ένα σταλινικό έργο (“Η ανάδυση, η ανάπτυξη και η ενστάλαξη του οπορτουνισμού στο βουλγάρικο εργατικό κίνημα” – 1986) ως πηγή του ώστε να σχολιάσει ότι:

“Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι αναρχικοί δεν αποδέχθηκαν τη Σοβιετική Ένωση ως σοσιαλιστική χώρα. Και το επιχείρημά τους ήταν ακαταμάχητο: Στη Ρωσία, όπως και παντού στον κόσμο, υπάρχει καπιταλισμός. Είναι βλακώδες να νομίζουμε ότι ο δεύτερος μπορεί να υπάρχει χωρίς να τον υπερασπίζεται μια κυβέρνηση η οποία (ακόμα και) στη Ρωσία αναφέρεται ως προλεταριακή”.

Η ύπαρξη ενός μεγάλου και οργανωμένου και ιδεολογικού αναρχικού κομμουνιστικού και αναρχοσυνδικαλιστικού εργατικού κινήματος με βαθιές προσβάσεις και στην εργατική τάξη και στη διανόηση εξηγεί, επίσης, το γιατί – αντίθετα από ό,τι στην Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία όπου αρκετοί αναρχικοί βοήθησαν τα κομμουνιστικά κόμματα της περιόδου – ελάχιστοι Βούλγαροι αναρχικοί προσελκύθηκαν στην μπολσεβίκικη αντίληψη περί Επανάστασης.

Η βομβιστική ενέργεια στον καθεδρικό ναό St. Nedelya της Σόφιας, από κοινή ομάδα ριζοσπαστών μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος και της BZS – σε απάντηση στην φυλάκιση και εκτέλεση αρκετών ηγετικών στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος – είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο 11 στρατηγών, του αρχηγού της αστυνομίας και του δημάρχου της πόλης και 140 άλλων ατόμων. Ωστόσο, είχε επίσης ως αποτέλεσμα και ένα άγριο κύμα τρομοκρατίας ενάντια στην αριστερά, με 3.000 συλλήψεις και 3 εκτελέσεις.

Η FAKB, το Κομμουνιστικό Κόμμα και η BZS ενοποίησαν τα μάχιμα αποσπάσματά τους σε ένα κοινό σώμα, αλλά αναγκάστηκαν γρήγορα να διαχωριστούν σε μικρότερες ομάδες κρούσης.

Ειδικές αστυνομικές δυνάμεις αναζητούσαν τον Sheytanov και, τελικά, συνέλαβαν τον ίδιο με την συντρόφισσά του στον αγώνα, νεαρή ηθοποιό Μαρία Σιράκοβα (6), που εκτελέστηκαν μαζί με 12 άλλα άτομα στο σιδηροδρομικό σταθμό Μπέλοβο στις 2 Ιούνη 1925.

Η καταστολή ανάγκασε, επίσης, μεγάλο αριθμό αναρχικών, όπως ο Grigoriev, να εγκαταλείψουν τη χώρα, καταφεύγοντας αρχικά στη Γιουγκοσλαβία και μετά στη Γαλλία, όπου συγκροτήθηκαν σημαντικές ομάδες Βούλγαρων αναρχικών στην Τουλούζη, το Παρίσι και την Beziers. Οι ομάδες αυτές συγκρότησαν επιτροπή βοήθειας και υποστήριξης των φυλακισμένων αναρχικών στη Βουλγαρία και κατάρτισαν και ένα επαναστατικό πρόγραμμα για την FAKB.

Επηρεασμένη από την όλη συζήτηση στη Γαλλία για την Πλατφόρμα των Μάχνο και άλλων (το 1926) – όπου κάποιος Βούλγαρος εκπρόσωπος γνωστός ως “Πάβελ” (μάλλον ο Grigoriev) ήταν ανάμεσα σε αυτούς που συγκρότησαν την βραχύβια πλατφορμιστική διεθνή με το όνομα Αναρχική Κομμουνιστική Διεθνής (το 1927) – η FAKB υιοθέτησε την Πλατφόρμα ως το Πρόγραμμά της.

Ο συνδικαλισμός της Vlassovden και η «εκτίναξη» του αναρχισμού

Στο μεταξύ, ο αναρχοσυνδικαλιστής Μανόλ Βάσσεβ Νικόλοφ και μια ομάδα αναρχικών κομμουνιστών από το Χάσκοβο, έκαναν οργανωτική δουλειά ανάμεσα στους αγρότες στις καπνοκαλλιέργειες της περιοχής τους, μέσω των παλαιών παραδοσιακών αλληλοβοηθητικών συνεργατικών που ονομάζονταν Vlassovden (από το όνομα μιας παλαιάς παγανιστικής γιορτής). Το 1930 είχαν επιτυχία καθώς κατάφεραν να συγκεντρώσουν στο Χάσκοβο 600 εκπροσώπους αγροτών από όλη τη χώρα όπου ιδρύθηκε η Συνομοσπονδία Vlassovden, η οποία μερικές φορές ονομαζόταν και Ένωση Vlassovden. Τα αιτήματα που έθετε η συνομοσπονδία αυτή ήταν μεν ριζοσπαστικά, αλλά όχι επαναστατικά, δηλαδή μείωση των άμεσων και έμμεσων φόρων, σπάσιμο των αγροτικών καρτέλ, ελεύθερη ιατρική περίθαλψη για τους αγρότες, ασφάλιση και συνταξιοδότηση των εργατών γης και κοινοτική αυτονομία. Αλλά ο συνδικαλισμός της Vlassovden εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά και το 1931 η συνομοσπονδία είχε 130 τμήματα.

Στο μεταξύ, η πολιτική κατάσταση είχε αλλάξει. Το 1930, ο Grigoriev επέστρεψε στη Βουλγαρία επωφελούμενος από μια αμνηστία και οργάνωσε έναν παράνομο πυρήνα της FAKB στη Σόφια. Τον ίδιο χρόνο, ιδρύθηκε από αξιωματικούς μια παραστρατιωτική φασιστική οργάνωση που ονομαζόταν Zveno (Σύνδεσμος) επηρεασμένη από το πρότυπο του Μουσολίνι και συνδέθηκε στενά με τη Στρατιωτική Ένωση.

Το 1931 άρχισε το κίνημα για την ελεύθερη έκφραση που καθοδηγήθηκε από τους αναρχικούς καθώς και το κίνημα για χορήγηση αμνηστίας σε όσους ήσαν πολιτικοί κρατούμενοι, ενώ η ακροδεξιά κυβέρνηση εκδιώχθηκε καθώς ηττήθηκε εκλογικά από ένα “Λαϊκό Μπλοκ” αποτελούμενο από φιλελεύθερους, κομμουνιστές και τους αγροτιστές της BZS.

Πριν από τις εκλογές, την Πρωτομαγιά η αστυνομία επιτέθηκε σε μια αναρχική φοιτητική συγκέντρωση και συνέλαβε 11 φοιτητές. Η αναρχική νεολαία BOSF που διοργάνωσε τη συγκέντρωση, απαιτούσε κατάργηση της θρησκευτικής εκπαίδευσης και σταμάτημα της στρατολόγησης μέσα στα πανεπιστήμια, ζητώντας την απομάκρυνση από αυτά των παπάδων και των στρατιωτικών καθώς και την κατάργηση της φορολογίας.

Αλλά το τέλος του φασιστικού καθεστώτος ακολούθησε μια μεγάλη και συστηματική αναρχική οργανωτική και εκδοτική δραστηριότητα έτσι που το αναρχικό κίνημα έγινε η τρίτη μεγάλη δύναμη της γενικότερης αριστεράς, μετά το Κομμουνιστικό Κόμμα και την BZS.

Τον ίδιο χρόνο (1931), σύμφωνα με μια μελέτη, υπήρχαν 40 αναρχοσυνδικαλιστικές ομάδες οι οποίες ήταν συνενωμένες ομοσπονδιακά στην Αναρχοσυνδικαλιστική Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας (ASNCL), ενώ η Βολγάρικη Ομοσπονδία Αυτόνομων Συνδικάτων (BFAU) έγινε το βουλγάρικο τμήμα της IWW (7). Το 1932 η FAKB συγκάλεσε ένα παράνομο συνέδριο στο δάσος Λόβετς, όπου προήδρευσε ο Grigoriev, και το οποίο είχε ως στόχο την επανενοποίηση του κινήματος. Η “Rabotnicheska Misl” έγινε και πάλι το εκφραστικό όργανο της Ομοσπονδίας. Πάντως, παρά την αριστερή φύση του “Λαϊκού Μπλοκ” το αναρχικό κίνημα εξακολουθούσε να είναι αντικείμενο διώξεων, καθώς οι πυροβολισμοί, οι συλλήψεις και οι φυλακίσεις ήσαν κοινά χαρακτηριστικά. Το φασιστικό πραξικόπημα του 1934 και τα επακόλουθά του

Το 1934 οι ηγέτες της Zveno, συνταγματάρχες Κίμον Γκεοργκίεφ και Νταμιάν Βέλτσεφ, έκαναν πραξικόπημα και δημιούργησαν ένα εξουσιαστικό καθεστώς με τον Γκεοργκίεφ ως πρωθυπουργό, θέτοντας εκτός νόμου όλα τα πολιτικά κόμματα, μετατρέποντας σε συνεργατικές τις συνδικαλιστικές οργανώσεις ANSCL, BFAU και Συνομοσπονδία Vlassovden (κατάσταση από την οποία η τελευταία δεν επανέκαμψε ποτέ) και κήρυξαν τον πόλεμο στο Κομμουνιστικό Κόμμα και την FAKB.

Επίσης, το 1934 η ακροδεξιά VMRO, σε συνεργασία με τους Κροάτες φασίστες Ustase, δολοφόνησε τον βασιλιά Αλέξανδρο της Γιουγκοσλαβίας καθώς και τον Γάλλο υπουργό Εξωτερικών Λουίς Μπαρτού, στη Μασσαλία,. Η διεθνής κατακραυγή ανάγκασε το καθεστώς της Zveno να πάρει κατασταλτικά μέτρα ενάντια στην VMRO.
Το καθεστώς απαγόρευσε αναρχικές εφημερίδες όπως την “Svobodno Obshtestvo”, αλλά εμφανίστηκε η εφημερίδα “Νέος Κόσμος” από τον Πέταρ Λοζάνοφ, ενώ η εφημερίδα “Compass” κατάφερε να παραμείνει σε κυκλοφορία.

Το 1935 εκδηλώθηκε αντιπραξικόπημα του τσάρου, εκδιώχθηκε ο Γκεοργκίεφ και ανήλθε στην εξουσία ο μοναρχικός ηγέτης της Zveno στρατηγός Ζλάτο Πάντσεφ, αλλά όμως αντικαταστάθηκε γρήγορα από μια μη πολιτική μοναρχική δικτατορία. Αλλά τα αναρχικά, κομμουνιστικά και αγροτιστικά κινήματα εξακολούθησαν να δρουν στην παρανομία καθώς ο Τύπος τους εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό απαγόρευση, ενώ η φιλοκομμουνιστική Ενωμένη VMRO κατέρρευσε το 1936.

Ένα παράδειγμα τυπικού Βούλγαρου αναρχικού εκείνη την περίοδο, μπορεί να βρει κανείς στα αρχεία της αστυνομίας (τα οποία συνενώθηκαν αργότερα κάτω από τη σοβιετική κατοχή) και αφορά αυτό του ανθρακωρύχου, εργάτη γης και μηχανικού Αλεξάντερ Μεθόδιεφ Νάκοφ (1919-1962) (8), ο οποίος προερχόταν από φτωχή οικογένεια του χωριού Kosatcha της επαρχίας Πέρνικ. Ο Νάκοφ έγινε αναρχικός το 1937, συγκροτώντας μια αναρχοσυνδικαλιστική ομάδα στο εργοστάσιο Machinostroitel του Πέρνικ όπου εργαζόταν, ενώ αργότερα βρέθηκε κρατούμενος σε φασιστική φυλακή και σε σοβιετικό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η σταλινική αστυνομία τον περιέγραψε ως ¨φανατικό αναρχικό”, αλλά επίσης ως “πολύ καλό εργάτη” με “γενικά πολύ καλό πολιτικό υπόβαθρο”, πολυδιαβασμένο και εσπεραντιστή.

Με το ξέσπασμα της Ισπανικής Επανάστασης, το 1936, 30 περίπου Βούλγαροι αναρχικοί, συμπεριλαμβανομένου και του Grigoriev, έσπευσαν να πολεμήσουν μέσα από τις πολιτοφυλακές. Επίσης, ο Grigoriev εκπροσώπησε την FAKB στο συνέδριο των CNT/FAI τον Νοέμβρη του ίδιου χρόνου στην ελεύθερη Ισπανία.

Οι επαναστατικές προκλήσεις της εποχής και ο φασισμός ανάγκασαν το διασκορπισμένο αναρχικό κίνημα να ανασυνταχτεί εκ νέου μέσα από ένα άλλο συνέδριο της FAKB (το τελευταίο πριν τον πόλεμο) που συνήλθε στη Βίτοσα τον Αύγουστο του 1936. Ακόμα, παρά τις πολλές φυλακίσεις σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι αναρχικοί κατάφεραν να κυκλοφορήσουν σε μικρογραφημένη μορφή την εφημερίδα “Khleb I Svoboda” (“Ψωμί και Ελευθερία”) στο διάστημα 1936-1939.

Το 1938 το Κομμουνιστικό Κόμμα προσπάθησε να απευθυνθεί σε ένα μεγαλύτερο κοινό αλλάζοντάς το όνομά του σε Βουλγάρικο Εργατικό Κόμμα (BRP), μέχρι που εναγκαλίστηκε πλήρως το σταλινισμό το 1948.

Το 1939 ο Grigoriev επέστρεψε στη Βουλγαρία, αλλά συνελήφθη και τα χρόνια του πολέμου ήταν κρατούμενος σε διάφορες φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο πόλεμος και η κοκκινο-καφε-πορτοκαλί συνεργασία

Το 1940 η FAKB δημοσίευσε ένα μανιφέστο ενάντια στις ίντριγκες της Κομιντέρν – η οποία αρχικά συμμάχησε με τους ναζιστές και λίγο μετά εναντιώθηκε σε αυτούς – κατηγορώντας το Κομμουνιστικό Κόμμα ότι υποστήριζε τις πολεμικές προετοιμασίες των συμμάχων. Σύμφωνα με τον Grancharoff οι κομμουνιστές “είχαν διαπράξει ένα ιστορικό λάθος, επαναφέροντας στην επιφάνεια τα χρεοκοπημένα αστικά συνθήματα, τα λάβαρα (τις μεσαιωνικές και θρησκευτικές σημαίες) καθώς και νομοθεσίες για συντάγματα, δημοκρατία, αγάπη και ειρήνη… αλλά και πατριωτισμό και εθνικισμό…”

Η Βουλγαρία τάχθηκε με το μέρος των ναζιστών το 1941 και το αναρχικό κίνημα άρχισε έναν ανταρτοπόλεμο ενάντια στις ναζιστικές δυνάμεις που στρατοπέδευσαν στη Βουλγαρία καθώς και ενάντια στους Βούλγαρους φασίστες και, όπως αναφέρει ο Grancharoff “βρισκόμενοι μεταξύ σφύρας και άκμονος, πολέμησαν με κουράγιο το φασισμό και το πλήρωσαν αυτό ακριβά”. Στην πραγματικότητα, η λαϊκή αντίσταση διέσωσε όλους τους Εβραίους της Βουλγαρίας από την απέλαση στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου.

Επίσης, στη Μακεδονία το Κομμουνιστικό Κόμμα (MCP) ιδρύθηκε μόλις το 1943.

Το αναρχικό κίνημα συγκρότησε μια αρκετά σφριγηλή αντάρτικη δύναμη τα μέλη της οποίας προέρχονταν κυρίως από την ύπαιθρο και την αγροτιά. Έτσι, το αναρχικό κίνημα, που είχε και πριν διεξάγει έναν μακρόχρονο αντάρτικο αγώνα ενάντια στους φασίστες, αναπτύχθηκε γρήγορα και βοήθησε αποφασιστικά το Πατριωτικό Μέτωπο να διεξάγει την επιτυχή εξέγερση της 9ης Σεπτέμβρη 1944 ενάντια στις φασιστικές δυνάμεις στη Βουλγαρία. Πράγματι, το αναρχικό κίνημα ήταν τόσο δυνατό που θα μπορούσε να αποτελέσει μια εναλλακτική λύση, αλλά το Πατριωτικό Μέτωπο – το οποίο αποτελείτο από το Κομμουνιστικό Κόμμα, μια φράξια της BZS, αλλά και την εθνικιστική Zveno – ήταν δυνατότερο.

Στα τέλη του 1944 το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε μόνο 15.000 μέλη, αλλά όταν ο Κόκκινος Στρατός αντικατέστησε τους ναζιστές ως δύναμη κατοχής, το Κομμουνιστικό Κόμμα βρήκε την ευκαιρία και σχημάτισε μια κυβέρνηση του Πατριωτικού Μετώπου με επικεφαλής τον αρχηγό της Zveno Κίμων Γκεοργκίεφ, τον πρώην συνταγματάρχη που είχε κάνει πραξικόπημα το 1934. Αυτή η κοκκινο-καφε-πορτοκαλί συμμαχία – ή όπως την αποκαλεί ο Grancharoff “η ένωση μεταξύ εθνικοσοσιαλισμού και κομμουνισμού” – άρχισε άμεσα την καταστολή ενάντια στους αναρχικούς, αλλά και άλλες πολιτικές τάσεις της εργατικής τάξης. Οι εργάτες ήσαν αναγκασμένοι να γίνουν μέλη του μοναδικού κρατικού “συνδικάτου” – όπως και πριν κάτω από την εξουσία του Γκεοργκίεφ, ο οποίος εφάρμοζε το μοντέλο του Μουσολίνι στην Ιταλία – ενώ εισήχθη και η εργασία με το κομμάτι. Ωστόσο, σχηματίστηκαν οργανώσεις όπως η Νοτιοδυτική Βουλγάρικη Αναρχική Ένωση και η Ομάδα “Ελεζύ Ρεκλύ” στο Πέρνικ από αγωνιστές όπως ο Νάκοφ.

Το σταλινικό καθεστώς (9)

Η FAKB συγκάλεσε ένα συνέδριο στη Σόφια το 1945 για να συζητήσει το ζήτημα τη καταστολής, αλλά η κομμουνιστική πολιτοφυλακή συνέλαβε και τους 90 εκπροσώπους-συνέδρους και τους έστειλε σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Αυτό όμως δεν σταμάτησε την οργάνωση από το να διαμορφώσει μια αναρχική κομμουνιστική Πλατφόρμα.

Οι τοπικές αναρχικές ομάδες αναγκάστηκαν να σιγήσουν με τη βία και η επιθεώρηση της FAKB “Rabotnicheska Misal” (“Εργατική Σκέψη”) που είχε ανασυγκροτηθεί απαγορεύτηκε μετά από μόλις 8 τεύχη, για να επανεμφανιστεί για πολύ λίγο κατά τη διάρκεια των, υπό κομμουνιστικό έλεγχο, εκλογών κάτω από την πίεση των ΗΠΑ και της Αγγλίας, φτάνοντας στην κυκλοφορία των 60.000 φύλλων (από 7.000 πριν), πριν απαγορευτεί οριστικά.

Το επόμενο συνέδριο της FAKB το 1946 έπρεπε να γίνει παράνομα.

Το χρόνο αυτό ο ηγέτης της Zveno Γκεοργκίεφ αντικαταστάθηκε στην πρωθυπουργία από τον κομμουνιστή Γκεόργκι Δημητρώφ. Η Zveno και η BZS διαλύθηκαν, καταργήθηκε η μοναρχία και η Βουλγαρία ανακηρύχθηκε Λαϊκή Δημοκρατία. Οι αγροτιστές της BZS αρνήθηκαν να συνεργαστούν και το 1947 (χρόνο του θανάτου του αναρχικού βετεράνου Gerdzhikov) ο ηγέτης της οργάνωσης αυτής Νίκολα Πέτκοφ εκτελέστηκε από τους κομμουνιστές.

Το 1948 συνέβη η τελευταία μαζική σύλληψη 600 αναρχικών οι οποίοι στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπως το Cuciyan (κοντά στο Πέρνικ, που ονομαζόταν από τους κρατούμενους εκεί “στρατόπεδο του θανάτου”), το Μπογκντανόβολ (που ονομαζόταν “στρατόπεδο των σκιών”), το Νοτζάρεβο, το Ταντόροβο και τη Μπόσνα. Στο μεταξύ, το Κομμουνιστικό Κόμμα συγχωνεύθηκε με το Πατριωτικό Μέτωπο και έγινε έτσι ένα ersatz μαζικό “κομμουνιστικό” κόμμα λέγοντας ότι είχε 460.000 μέλη.

Την ίδια περίοδο εκατοντάδες ήταν αυτοί που εκτελέστηκαν και περίπου 1.000 μέλη της FAKB βρίσκονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου τα βασανιστήρια, η αρκετά άθλια μεταχείριση και η σχεδιασμένη πείνα σε βάρος των βετεράνων (αλλά μη κομμουνιστών) αντιφασιστών – μερικοί από τους οποίους αγωνίστηκαν ενάντια στο φασισμό για πάνω από 30 χρόνια – ήταν εικόνες ρουτίνας. Οι αναρχικοί κρατούμενοι απομονώνονταν και στέλνονταν να εργαστούν σε πόστα όπου ο θάνατος ήταν βέβαιος, αναγκασμένοι με τη βία να εργάζονται 36 συνεχείς ώρες τη στιγμή που άλλοι κρατούμενοι εργάζονταν 12-16. Από όσους αναρχικούς βρίσκονταν στην παρανομία δόθηκε στη δημοσιότητα τότε μια ελλιπής λίστα 33 αναρχικών κρατούμενων καθώς και το επάγγελμά τους. Από τους 33 αυτούς αναρχικούς 11 ήσαν μαθητές και φοιτητές, 4 εργάτες της πόλης και αναρχοσυνδικαλιστές, 4 δάσκαλοι, 4 εργάτες γης, 3 τυπογράφοι, 2 δημοσιογράφοι (μαζί με τον εκδότη της “Rabotnicheska Misal” Γκεόργκι Δημητρώφ Κουρτώφ ή Καραμιχαήλοφ), ένας βιβλιοθηκάριος και άλλοι το επάγγελμα των οποίων δεν δόθηκε. Ο πιο νέος από αυτούς ήταν 21 χρόνων και ο πιο μεγάλος 49 χρόνων, ο καπνεργάτης Μανόλ Βάσσεφ Νικόλοφ, από τους ιδρυτές της Συνομοσπονδίας Vlassovden. Οι πιο πολλοί από αυτούς είχαν καταδικαστεί σε θάνατο ή καταδικαστεί σε πολύχρονη φυλάκιση από το προηγούμενο φασιστικό καθεστώς, 3 ήσαν αντάρτες και ένας είχε αναμειχθεί σε στρατιωτικού τύπου ενέργειες ενάντια στους φασίστες. Γράφει ο Grancharoff:

“Το μαύρο πέπλο του κομμουνισμού που χρησιμοποιήθηκε για να θάψει τον αναρχισμό ήταν ακριβώς το ίδιο που έθαψε τον… αυθεντικό κομμουνισμό και όλες τις επαναστατικές ελπίδες για χειραφέτηση και απελευθέρωση των καταπιεσμένων”.

Ενώ υπήρξε μια αρκετά αφοσιωμένη αναρχική υπόγεια δραστηριότητα από αγωνιστές όπως ο Νάκοφ, που διατηρήθηκε ακόμα και μέχρι τη δεκαετία του 1980, αρκετοί σημαντικοί αγωνιστές, όπως ο Γκεόργκι Γκριγκόριεφ, κατέφυγαν στη Γαλλία, όπου δημιουργήθηκε ξανά η FAKB καθώς και μια οργάνωση-ομπρέλα η Βουλγάρικη Ελευθεριακή Ένωση, που αγκάλιασε όλες τις τάσεις των Βούλγαρων αναρχικών εξορίστων στη χώρα αυτή. Ο Γκριγκόριεφ, ο οποίος έγραψε μια ιστορία του βουλγάρικου αναρχικού κινήματος καθώς και μια μελέτη σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ εθνικής απελευθέρωσης και κοινωνικής επανάστασης στα Βαλκάνια, έπαιξε ρόλο-“κλειδί” στην ανασυγκρότηση της Βουλγάρικης Ελευθεριακής Ένωσης σε μια οργάνωση σύνθεσης την Ομοσπονδία Βουλγάρων Αναρχικών, μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1989, η οποία συνδέθηκε στην Διεθνή των Αναρχικών Ομοσπονδιών (IFA).

Σήμερα, το 2008, η Ομοσπονδία αυτή εξακολουθεί να κυκλοφορεί την “Svobodna Misl” σε μηνιαία βάση. Επίσης, υπάρχουν και άλλες αναρχικές οργανώσεις στη Βουλγαρία του σήμερα, όπως το Αναρχικό Μέτωπο, η Αυτόνομη Αναρχική Ομάδα “Αναρχική Αντίσταση” (Anarkosaprotiva), η αναρχοσυνδικαλιστική Βουλγάρικη Συνομοσπονδία Εργασίας (BKT) που είναι τμήμα της αναρχοσυνδικαλιστικής διεθνούς (IWA) και που ιδρύθηκε το 1991 από αγωνιστές όπως ο Νίκολα Μλαντένοφ Τοτόροφ, καθώς και η ανασυσταθείσα Ομοσπονδία Αναρχικής Νεολαίας (FAM) (10)

Η κληρονομιά του βουλγάρικου πλατφορμισμού

Όσον αφορά το επίπεδο της θεωρίας, θα υποστήριζα ότι ένα, εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα παραμελημένο, βουλγάρικο ντοκουμέντο πρέπει να θεωρηθεί ως ο ακρογωνιαίος λίθος της πλατφορμιστικής παράδοσης μετά την έκδοση της ίδιας της «Πλατφόρμας»: η Πλατφόρμα της Ομοσπονδίας των Αναρχικών Κομμουνιστών Βουλγαρίας (FAKB). (11) Η Πλατφόρμα αυτή, που μεταφράστηκε πρόσφατα για πρώτη φορά στα αγγλικά, αποκηρύσσει τον φασισμό, τη δημοκρατία, το κράτος και το κεφάλαιο και επαναβεβαιώνει την αναρχική κομμουνιστική μαζική γραμμή της συνολικής εξάλειψης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της πλήρους κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής κάτω από εργατικό έλεγχο. Η Πλατφόρμα της FAKB ασχολήθηκε με τα ζωτικά ζητήματα της τακτικής και της οργάνωσης, απορρίπτοντας τη μορφή του πολιτικού κόμματος ως «στείρα και αναποτελεσματική, ανίκανη να ανταποκριθεί στους στόχους, τα άμεσα καθήκοντα και τα συμφέροντα των εργατών», αλλά τασσόμενη υπέρ της «πραγματικής δύναμης των εργατών», «την οικονομία και τους οικονομικούς οργανισμούς. Μόνο εκεί βρίσκεται το πεδίο, όπου μπορεί να υπονομευθεί ο καπιταλισμός. Μόνο εκεί βρίσκεται η αληθινή ταξική πάλη». Όσον αφορά την οργάνωση, η FAKB διακήρυξε ότι είναι απαραίτητες αρκετές μορφές εργατικής οργάνωσης, αλληλένδετες μεταξύ τους χωρίς να υποτάσσεται η μία στην άλλη: αναρχική κομμουνιστική ιδεολογική οργάνωση, εργατικά συνδικάτα, συνδικάτα εργατών γης, συνεργατικές και οργανώσεις ειδικών ενδιαφερόντων, όπως, για παράδειγμα για τη νεολαία και τις γυναίκες. Για όλα αυτά στην Πλατφόρμα της FAKB σημειώνεται ότι:

“Είναι, προπάντων, απαραίτητο για τους παρτιζάνους του αναρχικού κομμουνισμού να οργανωθούν σε μια αναρχική κομμουνιστική ιδεολογική οργάνωση. Τα καθήκοντα αυτής της οργάνωσης είναι: Η ανάπτυξη, συνειδητοποίηση και διάδοση των αναρχικών κομμουνιστικών ιδεών, η μελέτη όλων των σημερινών ζωτικής σημασίας ζητημάτων που έχουν επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή των εργαζομένων μαζών καθώς και τα προβλήματα της κοινωνικής αναδημιουργίας, ο πολύμορφος αγώνας για την υπεράσπιση του κοινωνικού μας ιδανικού και για την υπόθεση των εργαζομένων ανθρώπων, η συμμετοχή στη δημιουργία ομάδων εργαζομένων στους χώρους παραγωγής, εργασίας, ανταλλαγής και κατανάλωσης, πολιτισμού και εκπαίδευσης καθώς και όλων των άλλων οργανώσεων που ενδέχεται να είναι χρήσιμες στην προετοιμασία για την κοινωνική αναδημιουργία, η ένοπλη συμμετοχή σε κάθε επαναστατική εξέγερση, η προετοιμασία και η οργάνωση τέτοιων εκδηλώσεων καθώς και η χρήση κάθε μέσου που μπορεί να φέρει την κοινωνική επανάσταση. Η ύπαρξη και δράση των αναρχικών κομμουνιστικών ιδεολογικών οργανώσεων είναι απολύτως αναπόφευκτη στην προσπάθεια πλήρους συνειδητοποίησης του αναρχικού κομμουνισμού και πριν και μετά από την επανάσταση”.

Αναρχικές κομμουνιστικές οργανώσεις τέτοιου είδους έπρεπε να είναι ομοσπονδιοποιημένες σε μια δεδομένη εδαφική περιοχή, «να συντονίζονται από μια ομοσπονδιακή γραμματεία» – αλλά η «τοπική οργάνωση» έπρεπε να παραμείνει η βασική οργάνωση χάραξης της πολιτικής, ενώ οι τοπικές και ομοσπονδιακές γραμματείες θα ήταν «απλώς συνδετικά και εκτελεστικά όργανα χωρίς εξουσία» πέρα από να εκτελούν τις αποφάσεις των τοπικών οργανώσεων ή των ομοσπονδιών αυτών των τοπικών οργανώσεων.

Η Πλατφόρμα της FAKB τονίζει την ιδεολογική ενότητα των οργανώσεων αυτών, δηλώνοντας ότι μόνο πεπεισμένοι αναρχικοί κομμουνιστές θα μπορούσαν να είναι μέλη τους, και ότι η λήψη αποφάσεων θα πρέπει να γίνεται μέσω της συναίνεσης, που θα επιτυγχάνεται τόσο μέσω της πειθούς όσο και του πρακτικού παραδείγματος – όχι με τη μέθοδο της πλειοψηφίας (η μέθοδος αυτή μπορεί να εφαρμόζεται σε συνδικαλιστικές και άλλες μορφές οργάνωσης, με παραχωρήσεις σε μειοψηφούντες ή διαφωνούντες). Κατά τέτοιο τρόπο οργανωμένοι, οι αναρχικοί κομμουνιστές μαχητές συμμετέχουν άμεσα και στη συνδικαλιστική οργάνωση αλλά και στο κοινό συνδικάτο, υποστηρίζοντας τις θέσεις τους, υπερασπίζοντας τα άμεσα συμφέροντα της τάξης τους και μαθαίνοντας πώς να ελέγχουν την παραγωγή στο πλαίσιο της προετοιμασίας τους για την κοινωνική επανάσταση. Οι αγωνιστές συμμετέχουν, επίσης, άμεσα σε συνεταιρισμούς, «φέρνοντας σ’ αυτούς το πνεύμα της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας ενάντια στο πνεύμα του κόμματος και της γραφειοκρατίας» – καθώς και σε πολιτιστικές και ειδικού ενδιαφέροντος οργανώσεις που υποστηρίζουν την αναρχική κομμουνιστική ιδέα και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Όλες αυτές οι οργανώσεις σχετίζονται η μια με την άλλη με βάση την «αμοιβαία εξάρτηση» και την «ιδεολογική κοινότητα». Διδάγματα από τη βουλγαρική εμπειρία

Θα έλεγα ότι εδώ έχουμε ένα κίνημα που ξεκίνησε κατά αρκετά παρόμοιο τρόπο με πολλά από τα σύγχρονα κινήματα, ιδιαίτερα σε αποικισμένες περιοχές: μικροί πυρήνες προπαγάνδας από αναρχικούς αγωνιστές, με υπόγειο Τύπο, που προσπαθούν να ανυψώσουν την ταξική πάλη. Υπάρχουν, φυσικά, παραλληλισμοί με τις πρώιμες κινήσεις στην Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία και την Ουγγαρία, αλλά ειδικά οι Βούλγαροι ανακάλυψαν τρόπους αρκετά αποτελεσματικούς και ρίχτηκαν οι ίδιοι απευθείας στο Μακεδονικό απελευθερωτικό πόλεμο του 1903. Για όλες τις κριτικές που διατυπώθηκαν ενάντια στους εν λόγω αναρχικούς αντάρτες – και η στρατηγική της έναρξης ενός μεγάλης έκτασης αγροτικού πολέμου χωρίς οργανωτική βάση ανάμεσα στους αγρότες και βασιζόμενοι, αντίθετα, στις ιδιορρυθμίες των αγροτικών συμπαθειών, είναι μια από τις πιο ισχυρές αυτές κριτικές – αυτό το βάπτισμα του πυρός όχι μόνο έκανε πιο αδιάλλακτους τους Βούλγαρους στους μετέπειτα αγώνες, αλλά προκάλεσε και την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με πραγματικούς όρους μιλώντας. Σε κάτι λιγότερο από τις ιδανικές συνθήκες ενός σχεδόν συνεχούς πολέμου από το 1911 έως το 1918, ακολουθούμενου από τα σοβαρά χτυπήματα από δύο επιτυχημένα φασιστικά πραξικοπήματα το 1923 και το 1934, το βουλγάρικο αναρχικό κίνημα μετατράπηκε σε μια φοβερή δύναμη, την τρίτη μεγαλύτερη της ευρύτερης αριστεράς, χρησιμοποιώντας τους απογοητευμένους εργαζόμενους, την αγροτική και κομμουνιστική ανοικοδόμηση για το σχηματισμό μιας πληθώρας συνδικαλιστικών ενώσεων στην πόλη, στη συνέχεια εισχώρησε σε κάθε κοινωνικό στρώμα με μια φάλαγγα αλληλένδετων μεταξύ τους επαγγελματικών, εργατικών, φοιτητικών οργανώσεων, ακόμα και των οργάνων των ανταρτών. Κατάφερε, μάλιστα, να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών με την οργάνωση της αγροτιάς σε συνδικαλιστικές γραμμές που έβγαινε ολοκληρωτικά από τις δικές τους εμπειρίες. Αυτό ήταν, πάνω απ’ όλα, ένα κοινωνικό κίνημα – αλλά εκείνο που είχε σημαντική ιδεολογική σημασία ήταν να αποκρούσει τα δέλεαρ του μπολσεβικισμού, που ήταν αρκετά οργανωμένος, και να είναι σε θέση, επίσης, να υπερασπιστεί τον εαυτό του με τα όπλα.

Η σημασία αυτή μορφοποιήθηκε, νομίζω, με την προσκόλληση της FAKB στην πλατφορμιστική αντίληψη περί ειδικής οργάνωσης, εργαζόμενη – όπως έκαναν και οι μαχνοβίτες – μέσα σε ένα ευρύ μέτωπο επαναστατικών ελευθεριακών σοσιαλιστικών κοινωνικών δυνάμεων. Με αυτόν τον τρόπο, η FAKB δεν ήταν απλώς και μόνο προσανατολισμένη γεωγραφικά προς τα ανατολικά, στο γειτονικό αντάρτικο της Ουκρανίας με την ευέλικτη και πλουραλιστική προσέγγισή του προς την επανάσταση, αλλά περισσότερο προς τα δυτικά προς τα μπολσεβικοποιημένα αναρχικά κινήματα της Τσεχοσλοβακίας και της Ουγγαρίας, αλλά από πολιτικής άποψης αφιερωμένη στο καθήκον της να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα και να χρησιμοποιήσει τα απαραίτητα εργαλεία για την οικοδόμηση της αυριανής κοινωνίας στο σήμερα. Φαίνεται ότι η Πλατφόρμα εξυπηρέτησε ειδικά τη FAKB, αλλά και γενικά το κίνημα, γιατί ανταποκρίθηκε πολύ καλά στις προκλήσεις του φασιστικού συντεχνιακού πνεύματος, του ανταρτοπολέμου, του φασιστικού και του σταλινικού κράτους καθώς και περίπου 40 χρόνιων παραγωγικής εξορίας. Και παρά τις συκοφαντίες περί σεχταρισμού που εκτοξεύονται συχνά ενάντια στις πλατφορμιστικές οργανώσεις από τους συνθετιστές, η FAKB, όπως προκύπτει από την Πλατφόρμα της του 1945, υποστήριζε ένθερμα την αναρχοσυνδικαλιστική διεθνή, International Workers’ Association (IWA) – που ιδρύθηκε στο Βερολίνο το 1922 αντιπροσωπεύοντας περίπου 2 εκατομμύρια εργαζόμενους – όπως κάνει και η σημερινή της εκδοχή, η FAB, οπότε συμπεραίνεται ότι σαφώς οι αναρχικοί κομμουνιστές δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη μαζική γραμμή, ανεξάρτητα από την καταστολή ή την υιοθέτηση εκ μέρους τους της μορφής του αμυντικού ανταρτοπολέμου.

Εκτός από τον Μαχνοβίτικο Επαναστατικό Εξεγερμένο Στρατό της Ουκρανίας (RIAU), που στο αποκορύφωμά του έφτασε τις 500.000 μέλη, το πλησιέστερο παράδειγμα αντίστοιχης μαζικής αναρχικής κομμουνιστικής οργάνωσης που, κατά την άποψή μου, συνδύασε σε τέτοια μεγάλη έκταση ένα ολόκληρο φάσμα οργανωτικών σχημάτων εργατών, αγροτών, φοιτητών, διανόησης και άλλων κοινωνικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένων των ανταρτικών δυνάμεων, ήταν η Κορεάτικη Αναρχική Κομμουνιστική Ομοσπονδία (KACF) της περιόδου 1929-1945, αλλά και η μεταπολεμική Αναρχική Ομοσπονδία Ουρουγουάης (FAU) της περιόδου 1956-1976. Αλλά όμως, βασικά στελέχη της KACF εντάχθηκαν στην κορεατική προσωρινή κυβέρνηση το 1940, ενώ η FAU έπεσε σε λάθη, ερωτοτροπώντας με γκεβαρικές περιπέτειες στις αρχές της δεκαετίας του 1970, προτού απαλλαχθεί, τελικά, από τη μαρξιστική ομίχλη και αγκαλιάσει το especifismo (μορφή ειδικής οργάνωσης της Λατινικής Αμερικής που βρίσκεται συχνά κοντά στον πλατφορμισμό) το 1985.

Έτσι, φαίνεται δίκαιο να πούμε ότι η FAKB λαμβάνει τη μερίδα του λέοντος ως μια από τις καλύτερα οργανωμένες και με διάρκεια αναρχικές κομμουνιστικές οργανώσεις, ακόμη και αν η σημερινή ενσάρκωσή της η FAB είναι (αναγκαστικά, ίσως, για την ανοικοδόμηση του κινήματος) συνθετίστικη. Ποιο ρόλο έπαιξαν η FAKB και οι αδελφές της οργανώσεις θέτοντας τις βάσεις του αξιοσημείωτου κοινωνικού και ιστορικού άθλου της άρνησης του βουλγάρικου λαού που κατέστησε αδύνατη την απέλαση των Εβραίων της χώρας με αποτέλεσμα τη διάσωση και 48.000 Εβραίων της Βουλγαρίας κατά τη διάρκεια του πολέμου; Αυτές οι πτυχές μένουν – και πρέπει – να διερευνηθούν: αν και σαφώς το ζήτημα του βουλγάρικου αναρχικού κινήματος χρειάζεται περαιτέρω εντατική μελέτη, φαίνεται ότι μερικά κινήματα είχαν μια τέτοια ασυνήθιστη ιστορία και γι’ αυτό τόσο λίγα ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση αυτή τόσο άψογα.

Σημείωση Agitprop Anarquista: Το παρόν κείμενο “Ο αναρχικός κομμουνισμός της μαζικής γραμμής: Ο Βουλγάρικος Αναρχισμός στα όπλα” γράφτηκε από τον Michael Schmidt με τη βοήθεια του Jack Grancharoff(1), βετεράνου Βούλγαρου αναρχικού. Διορθώσεις και επιμέλεια στην αγγλική γλώσσα Will Firth. Ελληνική μετάφραση «ούτε θεός-ούτε αφέντης», Αύγουστος 2008.

Σημειώσεις:

1. The Bulgarian Anarchist Movement, Jack Grancharoff, αδημοσίευτο χειρόγραφο, γραμμένο ειδικά για την ZACF, στην Quaama της Αυστραλίας το 2006. Το ντοκουμέντο αυτό παρέχει αρκετές πληροφορίες για το αναρχικό κίνημα στη Βουλγαρία.

2. Η Οργανωτική Πλατφόρμα της Γενικής Ένωσης των Αναρχικών (Σχέδιο), από τους Nestor Makhno, Ida Mett και άλλους της εξόριστης στο Παρίσι αναρχικής ομάδας Dielo Truda, 1926. Αυτό το αναρχικό κομμουνιστικό ντοκουμέντο-“κλειδί” επιβεβαιώνει την ιστορική πλειοψηφική τάση της μαζικής οργανωτικής γραμμής – η οποία περιλαμβάνει την “πολιτική” (ιδεολογική), “κοινωνική” (κοινότητα, κοινωνία) και συνδικαλιστική (συνδικάτο) οργάνωση – ενάντια και στον τυχοδιωκτισμό της μειοψηφικής εξεγερτικής τάσης και στις αντιαναρχικές ατομικιστικές απόψεις. Μπορεί να αντληθεί από το Nestor Makhno Archive στο www.nestormakhno.info και από την ιστοσελίδα της Zabalaza www.zabalaza.net ως μπροσούρα σε μορφή pdf.

3. Gueorgui Cheitanov, 1896-1925, Nick Heath, χωρίς ημερομηνία στο www.libcom.org/articles/history/1896-1925-gueorgui -Sheytanov/index.php

4. Georgi Grigoriev, 1906-1996 (αλλιώς Georges Balkanski), Nick Heath, Anarchist Federation UK, χωρίς ημερομηνία στο www.libcom.org/history/articles/1906-1996-georgi-grigoriev/index.php

5. Liberation Nationale et Liberation Sociale: L’Example de la Revolution Macedonienne, Georges Balkanski (Georgi Grigoriev), Collection Anarchiste, Federation Anarchiste, Παρίσι, Γαλλία, χωρίς ημερομηνία. Το βιβλίο αυτό είναι μάλλον το πρώτο στη γαλλική γλώσσα που προσφέρει αναρχική ανάλυση για το Μακεδονικό εθνικό ζήτημα.

6. Mariola Sirakova, 1904-1925, Nick Heath, Anarchist Federation UK, χωρίς ημερομηνία, στο www.libcom.org/history/articles/1904-1925-mariola-sirakova/index.php

7. Bulgaria – The New Spain. Διατίθεται σε μορφή pdf από τη Zabalaza στο www.zabalaza.net

8. Alexander Metodiev Nakov, 1919-1962+, ανώνυμος συγγραφέας, Βουλγάρικη Ελευθεριακή Ένωση στην εξορία, Παρίσι, Γαλλία, χωρίς ημερομηνία, στο www.libcom.org/history/articles/1919-1962-alexander-metodiev-nakov/index.php

9. Bulgaria – The New Spain κ.λπ.

10. Αναφορές στην οργάνωση αυτή υπάρχουν στο πόρταλ www.broadleft.org αφού γίνει κλικ στη συγκεκριμένη χώρα.

11. Plarforma na Federatsia na Anarkho Komunistite ot Balgaria, 1945, αγγλική μετάφραση Nestor MacNab, FdCA, Ιταλία 2006. Κατά τη γνώμη του συγγραφέα του παρόντος κειμένου το ντοκουμέντο αυτό αξίζει να πάρει τη θέση που του αρμόζει στο πλατφορμιστικό θεωρητικό πάνθεον.